ὀρθότατα

ὀρθότατα
ὀρθός
straight
adverbial superl
ὀρθός
straight
neut nom/voc/acc superl pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ὀρθότατ' — ὀρθότατα , ὀρθός straight adverbial superl ὀρθότατα , ὀρθός straight neut nom/voc/acc superl pl ὀρθότατε , ὀρθός straight masc voc superl sg ὀρθόταται , ὀρθός straight fem nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχανίτις — μαχανῑτις, ιδος, ἡ (Α) προσωνυμία τής Αφροδίτης και τής Αθηνάς στη Μεγαλόπολη («τὴν δὲ ἐπίκλησιν τῇ θεῷ Μαχανῑτιν ὀρθότατα ἔθεντο», Παυσ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μᾱχᾱνᾱ, δωρ. τ. τού μηχανή, + επίθημα ῖτις (πρβλ. Ζεφυρ ίτις)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”